20 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΝΤΟΛΥ, ΤΡΩΜΕ ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΡΕΑΣ;

20 χρόνια αργότερα, η κλωνοποίηση για αγροτική χρήση γίνεται σε πολλές περιοχές του κόσμου, αλλά η Ευρώπη αντιστέκεται ακόμη...
Η κλωνοποίηση της Ντόλυ αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1997 και είχε υπολοιηθεί από το Ινστιτούτο Ρόσλιν του Εδιμβούργου. Εκείνη την εποχή χαιρετήθηκε ως μια μείζων επιστημονική ανακάλυψη αλλά προκάλεσε ταυτόχρονα και βίαιη πολεμική για ενδεχόμενη κλωνοποίηση του ανθρώπου.
Για την Ντόλυ η ζωή δεν υπήρξε τόσο ήρεμη. Το πρόβατο γέρασε πρόωρα. Υπέφερε από αρθρίτιδα και εμφάνισε μια ασθένεια των πνευμόνων με αποτέλεσμα να του γίνει ευθανασία το 2003. Ταριχεύτηκε και το σώμα της βρίσκεται σήμερα σε κοινή θέα στο εθνικό μουσείο της Σκωτίας.
Η κλωνοποίηση είναι μια βαριά τεχνολογία. Για την Ντόλυ, οι ερευνητές μετέφεραν τον πυρήνα από ένα μόνο κύτταρο μιας εξάχρονης προβατίνας. Στη συνέχεια, μετέφεραν το έμβρυο που δημουργήθηκε στη μήτρα ενός προβάτου «παρένθετη μητέρα».
Στον κόσμο της βομηχανίας κρέατος «η κλωνοποίηση θεωρείται εργαλείο για την αναπαραγωγή ζώων», δηλώνει στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ερευνητής στο Inra Ζαν Λουί Περό.
Η τεχνική της κλωνοποίησης είναι πολύ ακριβή -στοιχίζει πάνω από 10.000 ευρώ το κεφάλι- και στόχος ήταν να κλωνοποιηθούν ζώα όχι για να πουληθούν σαν κρέας αλλά για να καλυτερεύσουν τα κοπάδια.
Αμερικανικές ιδιωτικές εταιρείες ξεκίνησαν λοιπόν να κλωνοποιούν ζώα με μεγάλη γενετική αξία: αγελάδες που έδιναν πολύ γάλα αλλά επίσης γελάδια και χοιρινά με υψηλές δυνατότητες.
Η Food and Drug Administration (FDA) των ΗΠΑ επέτρεψε το 2008 την εμπορευματοποίηση των προϊόντων που προέρχονταν από κλωνοποιημένα ζώα με το επιχείρημα ότι ήταν «εξίσου σίγουρα με τα κλασικά ζώα».
Παρά το γεγονός ότι η κλωνοποίηση δεν επιτύγχανε πάντα (μόνο 15-20%),  άρχισε να παίρνει το δρόμο της στις ΗΠΑ. Η τεξανή εταιρεία  ViaGen περηφανεύεται στο σάιτ της ότι «ανέπτυξε χιλιάδες κλωνοποιημένα ζώα σε καλή υγεία και ενεργά» με το εργαστήριό της Trans Ova Genetics.
Ταυτόχρονα, η Αργεντινή, η Βραζιλία, ο Καναδάς και η Αυστραλία άρχισαν την κλωνοποίηση ζώων. Η Κίνα προκάλεσε αίσθηση το 2015 όταν ανακοίνωσε ότι δημιουργεί ένα εργοστάσιοο κλωνοποίησης διαφόρων ειδών ζώων. Η εταιρεία  Boyalife υπόσχεται ότι μπορεί να κλωνοποιήσει 100.000 έμβρυα αγελάδας τον πρώτο χρόνο και περίπου 1.000 έμβρυα κάθε χρόνο στο εξής.
Με μια κοινή γνώμη που είναι εχθρική στην κλωνοποίηση, η ευρωπαϊκή ένωση δεν επιτρέπει την κλωνοποίηση. Από το 1997 επέβαλε απαγόρευση στα κλωνοποιημένα προϊόντα που έμπαιναν για εμπορεία και απαιτούσε ειδικό φάκελλο, αλλά κανείς ως αυτή τη στιγμή δεν έχε καταθέσει.
Μια έκθεση ειδικών που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Νοέμβριο στην Κομισιόν παραδέχεται ότι υπάρχει μια «δυνατότητα» προϊόντων που προέρχονται από απογόνους κλώνων και θα μπορούσαν να μπουν στα πιάτα των ευρωπαίων καταναλωτών. Ηδη εισάγονται στην Ευρώπη κρέας και γάλα που προέρχονται από τρίτες χώρες καθώς και ζώα αλλά και γενετικό υλικό που χρησιμοποιείται για την ζωική αναπαραγωγή.
«Οι Ευρωπαίοι τρώνε αναμφίβολα και χωρίς να το γνωρίζουν κρέας που προέρχεται από απογόνους κλώνων λόγω της απουσίας ετικέτας και στοιχείων» δηλώνει στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Πολίν Κονστάν, εκπρόσωπος τύπου του Ευρωπαϊκού Γραφείου των ενώσεων καταναλωτών.
«Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει ανεκτό», προσθέτει η ίδια, και ζητάει από τα κράτη της ευρωπαϊκής ένωσης να πιέσει την Κομισιόν πάνω σε αυτό το ζήτημα.
Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή εταιρεία προστασίας τροφίμων (EFSA) δεν φοβάται για την ανθρώπινη υγεία. Αλλά εκφράζει φόβους «για τα προβλήματα υγείας των ζώων και για την καλή τους κατάσταση», προβλήματα που προκαλούνται από την κλωνοποίηση.
«Η θνησιμότητα των εμβρύων είναι υψηλή, ορισμένα ζώα γεννιούνται πολύ χοντρά ή με βαριά παθολογικά προβλήματα», σημειώνει ο κ. Περό. Ηδη, έχουν σημειωθεί περιπτώσεις αγελάδων με τρία πόδια ή ζώα με δύο κεφάλια, προσθέτει ο ερευνητής.
Τον Σεπτέμβριο του 2015 το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο απαίτησε όχι μόνο τα κλωνοποιημένα ζώα να απαγορευτούν στην ευρωπαϊκή ένωση αλλά να απαγορευτεί και το εμπόριο των απογόνων τους ή των προϊόντων που προέρχονται από κλωνοποίηση. Απαίτησε, δηλαδή, να ληφθούν πιο αυστηρά μέτρα από αυτά που πήρε η Κομισιόν η οποία θέλει να μη χαλάσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ.