OI ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΝΗΜΕΡΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ ΜΕΣΑ ΣΕ 15 ΗΜΕΡΕΣ

Μήνυμα στις τράπεζες να ενημερώνουν λεπτομερώς τους δανειολήπτες και να ορίζουν συγκεκριμένες προθεσμίες που πρέπει να τηρηθούν, στέλνει η ΤτΕ, ενώ παράλληλα δίνει και έναν οδηγό με τα στοιχεία που πρέπει...
να προσκομίσει ο δανειολήπτης, ώστε να μη λάβει ενδεχομένως τον χαρακτηρισμό του «μη συνεργάσιμου», που μπορεί να έχει συνέπεια τον εκπλειστηριασμό της κύριας κατοικίας του.
Κάθε τράπεζα υποχρεούται να συστήσει Επιτροπή Ενστάσεων -που θα κρίνει ενστάσεις δανειοληπτών που χαρακτηρίσθηκαν ως μη συνεργάσιμοι- και να θεσπίσει Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων, με κατηγοριοποίηση δανείων και δανειοληπτών.
Ο Κώδικας Δεοντολογίας καθιερώνει γενικές αρχές συμπεριφοράς και υιοθετεί βέλτιστες πρακτικές, τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους δανειολήπτες, με στόχο την εξεύρεση λύσεων ρύθμισης ή οριστικού διακανονισμού οφειλών σε καθυστέρηση, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και ιδιαιτερότητες κάθε δανειολήπτη.
Ενημέρωση του δανειολήπτη από τις τράπεζες σε 15 ημέρες
Στον αναθεωρημένο Κώδικα Δεοντολογίας, μεταξύ άλλων, εξειδικεύεται περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής του, αποσαφηνίζεται σειρά διαδικασιών επικοινωνίας με τους δανειολήπτες και λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και για περιπτώσεις δανείων με πολλαπλούς πιστωτές. Στο κεφάλαιο που αναφέρεται στο μη συνεργάσιμο δανειολήπτη, σημειώνεται ότι:
Η τράπεζα θα πρέπει να ενημερώσει με επιστολή τον δανειολήπτη για το γεγονός αυτό εντός 15 ημερολογιακών ημερών και να του γνωστοποιεί τον λόγο που τον χαρακτήρισε ως μη συνεργάσιμο, τις λεπτομέρειες σχετικά με το χρονοδιάγραμμα βάση του οποίου θα κινηθεί η τράπεζα (π.χ. διαδικασία ρευστοποίησης του ακινήτου).
Να επισημαίνει τον κίνδυνο εκποίησης περιουσίας και των εγγυητών. Μάλιστα οι εγγυητές θα εξακολουθούν να είναι υπόχρεοι για τυχόν εναπομείναν υπόλοιπο, μετά τον εκπλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του δανειολήπτη.
Από την εφαρμογή του Κώδικα εξαιρούνται:
α) Απαιτήσεις από συμβάσεις που έχουν ήδη καταγγελθεί πριν από την 1 Ιανουαρίου 2015, β) απαιτήσεις έναντι δανειολήπτη που έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής στο Νόμο 3869/2010, για την οποία έχει ορισθεί δικάσιμος, γ) απαιτήσεις έναντι δανειολήπτη, κατά του οποίου τρίτοι πιστωτές έχουν κινήσει δικαστικές ενέργειες για την εξασφάλιση προς αυτούς χρεών ή έχει ήδη τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Τα στάδια που προβλέπει ο νέος Κώδικας είναι τα εξής:
επικοινωνία με τον δανειολήπτη,
συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών,
αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων,
πρόταση κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη,
διαδικασία εξέτασης ενστάσεων.
Γραπτό μήνυμα μετά από 60 ημέρες καθυστέρησης
Η τράπεζα θα πρέπει να επικοινωνήσει με τον δανειολήπτη ακόμα και αν το δάνειο βρίσκεται σε καθυστέρηση μερικών ημερών. Η γραπτή επικοινωνία είναι υποχρεωτική, αν το δάνειο βρίσκεται σε καθυστέρηση πάνω από 60 μέρες.
Με την ενημέρωση η τράπεζα καλεί τον δανειολήπτη σε ρύθμιση και του ζητά να της προσκομίσει τα οικονομικά του στοιχεία, συμπληρώνοντας τη φόρμα «Τυποποιημένης Οικονομικής Κατάστασης» (ΤΟΚ).
Η τράπεζα αξιολογεί τα οικονομικά στοιχεία του δανειολήπτη και συνεκτιμά: την περιουσιακή κατάσταση του, την τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, λαμβάνοντας υπόψη σε κάθε περίπτωση το συνολικό ύψος και τη φύση των χρεών του δανειολήπτη περιλαμβανομένων τυχόν οφειλών του έναντι άλλων ιδρυμάτων ή φορολογικών ή άλλων δημοσίων αρχών ή ασφαλιστικών φορέων, το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς του και τη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών εκ μέρους του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη της περιόδου ρύθμισης.
Επίσης η αξιολόγηση βασίζεται σε καθορισμένα και διαφανή κριτήρια και διαδικασίες που το ίδρυμα διαθέτει με βάση τις εν λόγω διατάξεις προληπτικής εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη το ελάχιστο επίπεδο των «ευλόγων δαπανών» διαβίωσης που προσήκει στην περίπτωση του δανειολήπτη.
Σε περίπτωση υποβολής αντιπρότασης από τον δανειολήπτη, το ίδρυμα υποχρεούται να προβεί σε αξιολόγηση της εν λόγω αντιπρότασης και, εντός δύο μηνών από την παραλαβή της, είτε να συναινέσει με την αντιπρόταση είτε να απαντήσει εγγράφως ότι την απορρίπτει και ότι παραμένει ενεργός η αρχική του πρόταση, με τη βασική σχετική τεκμηρίωση είτε να υποβάλει νέα πρόταση, η οποία είναι και η τελική.